Billie Holiday | Body and Soul

Έχουν περάσει από τον Πλανήτη Γη δεκάδες μεγάλοι ερμηνευτές και ερμηνεύτριες. Κάποιοι-ες εξ αυτών γνώρισαν την επιτυχία που εδικαιούτο, οι υπόλοιποι έμειναν στις σκιές των φαναριών. Ανάμεσα στους μεγάλους υπήρξαν μερικοί που δημιούργησαν τη δική τους σημαντική σχολή. Η Eleanora Fagan έμεινε στη γη για 44 μόλις χρόνια, πρόλαβε όμως να περάσει στο πάνθεον της μουσικής ιστορίας ως η απόλυτη φωνή της jazz. Όχι επειδή ήταν η αρτιότερη μουσικά. Η κυρία Fagan, κατά κόσμον Billie Holiday, έγινε θρύλος απλούστατα διότι υπήρξε μοναδική. Καμία πριν από αυτήν δεν τραγούδησε με το ίδιο ταμπεραμέντο και ουδεμία κατάφερε μετά τον θάνατο της να ταυτισθεί με τον στίχο όπως εκείνη. Και ας επιχείρησαν αρκετές νεόκοπες σταρ να την μιμηθούν. Η Billie άρχισε να τραγουδά στην εφηβεία της και στα 1933 μέσω του περιβόητου κυνηγού ταλέντων John Hammond έκανε τα πρώτα της δισκογραφικά βήματα με την ορχήστρα του μεγάλου Benny Goodman. Έκτοτε συνεργάστηκε επί σκηνής με τους διασημότερους της εποχής και παράλληλα ηχογραφούσε ανελλιπώς, κυρίως για την εταιρεία Columbia. Άγγιξε το peak της προς τα τέλη των thirties με την καριέρα της να αρχίζει να κλονίζεται λίγα χρόνια αργότερα λόγω των γνωστών προβλημάτων με το αλκοόλ και τις κάθε λογής ναρκωτικές ουσίες. Από τα μέσα της δεκαετίας του 40 μέχρι και το καλοκαίρι του 1959 που ο κύκλος της έκλεισε, η Billie Holiday έζησε στα όρια και η καριέρα της φυσικά επηρεάστηκε τα μάλα από την χαοτική προσωπική ζωή της. Οι ιστορικοί της jazz λοιπόν χωρίζουν αναπόφευκτα σε δυο περιόδους αυτήν την τόσο πλούσια καλλιτεχνική πορεία. Η πρώτη όπου η Billie είναι νέα, φρέσκια και καθαρή, με το swing της να ξεχωρίζει και να μαγεύει, δίνει τη θέση της στην δεύτερη όταν και η Billie ταλαιπωρημένη σωματικά και ψυχικά παλεύει ουσιαστικά να σταθεί στα πόδια της. Με μια φωνή που έχει πια σπάσει σαν κρυστάλλινο βάζο σε χίλια κομμάτια, δραματικά εύθραυστη και αδύναμη.

Πάντοτε όμως αυθεντική και αφάνταστα βιωματική, η Lady Day προκαλούσε ρίγη συγκίνησης και ανατριχίλας κάθε φορά που αποφάσιζε να εκτεθεί ενώπιον του ακροατηρίου ξεγυμνώνοντας κυριολεκτικά τα εσώψυχα της. Μια μεγάλη μερίδα του κόσμου απορρίπτει τη τελευταία της δεκαετία, υπάρχουν όμως και εκείνοι που ειδικά αυτήν την τραγική και βαθύτατα ανθρώπινη Billie λατρεύουν να ακούν. Ομολογώ πως σε αυτήν την κατηγορία ανήκω, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις δραματικές αφηγήσεις της κουρασμένης Lady Day, με τις σπαραξικάρδιες μπαλάντες που βίωνε τόσο πειστικά επί σκηνής. Στην Clef και την Verve, αμφότερες εταιρείες που ίδρυσε ο τεράστιος Norman Granz, έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του επιλόγου της η Billie. Ανάμεσα σε αυτά τα ταραγμένα χρόνια και συγκεκριμένα στις αρχές του 1957 η Holiday βρέθηκε στα περίφημα στούντιο της Capitol του Los Angeles για μια σειρά από 5 sessions. Μαζί της μια all star μπάντα της εποχής, αποτελούμενη από τους Barney Kessel. Jimmy Rowles, Ben Webster, Harry Edison, Red Mitchell, Larry Bunker και Alvin Stoller. Από αυτούς ο Stoller έπαιξε ντραμς στα 4 πρώτα στις 3,4,7 και 8 και ο Bunker στο τελευταίο, μια μέρα αργότερα. Δεκαεννέα κομμάτια ηχογραφήθηκαν εκείνες τις μέρες, με την Billie να μην τραγουδά σε ένα από αυτά καθώς έφτασε στο στούντιο αργοπορημένη… Δυο δίσκοι προέκυψαν από τις ιστορικές αυτές συναντήσεις και ένας τρίτος μεταγενέστερα που τις καλύπτει εξ‘ ολοκλήρου. Είναι τα Body and Soul, Songs for Distingue‘ Lovers και All or Nothing at All αντίστοιχα.

Ο Granz φυσικά επέλεξε τα 8 τραγούδια που αποτελούν το Body and Soul. Όλα τους ανήκουν στην ανθολογία του αμερικανικού τραγουδιού, τα περισσότερα μάλιστα έχουν τραγουδηθεί παλιότερα από την Holiday. Με τις swing εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν τον κανόνα, το slow tempo καθορίζει το ύφος του άλμπουμ, ενώ μόνο θαυμασμό προκαλεί η αρμονία και η αλληλουχία που αναπτύσσει η ερμηνεύτρια με τους σολίστ που την υποστηρίζουν. Ας σταθούμε για παράδειγμα στην αριστουργηματική μπαλάντα των αδερφών Gershwin με τίτλο Embraceable You και ας συγκρίνουμε την εκτέλεση του ΄57 με εκείνη του ΄44 όταν την Billie συνόδευε η μπάντα του Eddie Haywood. Aν στην πρώτη το πιάνο ήταν εκείνο που αποτελούσε τον βασικό και απολύτως διακριτικό συνοδό της Lady Day, σε τούτη του Body and Soul που απλώνεται σε επτά χορταστικά λεπτά, το βελούδινο τενόρο του Webster χαρίζει ένα απολαυστικά αισθησιακό σόλο, συνεπικουρούμενο από την τρομπέτα του Edison πριν η Μπίλι κλείσει το κομμάτι με τις τελευταίες στροφές. Ή στο αγνό thirties-swing του They Can’t Take That Away From Me, που εδώ προσλαμβάνει μια πιο straight-jazz διάσταση με τα αλλεπάλληλα σόλο τρομπέτας και τενόρου και τα πληθωρικά χτυπήματα στη ντραμς από τον Bunker. Από την άλλη, υπάρχουν τα Moonlight in Vermont και Gee Baby, Ain’t I Good to You, κομμάτια που ερμηνεύει για πρώτη φορά η Lady Day.

Και αν το πρώτο δένει υπέροχα με τα σπασμένα φωνητικά της Μπίλι, το δεύτερο είναι ένα θαυμάσιο raw blues με την κιθάρα του Kessel να ανοίγει το κομμάτι και να συνοδεύει αρχικά την Lady Day, με το πιάνο του Rowles να ακολουθεί ως ότου το πλούσιο τενόρο να παραλάβει τα ηνία και να αναπτύσσει γλυκόλογα με τη τρομπέτα, μέχρι να επανέλθει η Billie στέλνοντας τους εκ νέου σε ρόλο υποστηρικτικό. Η Speakers Corner επανακυκλοφόρησε το Body and Soul στα τέλη του 2010 χρησιμοποιώντας όπως συνηθίζει τις αυθεντικές ταινίες. Το αυτό έπραξε ένα χρόνο αργότερα η Analogue Productions με τον εξαίρετο μηχανικό George Marino να είναι υπεύθυνος τόσο για το υβριδικό, μονοφωνικό SACD όσο και για το διπλό 45αρι βινύλιο που η A.P. πρόσφατα έκοψε. Συγκριτικά με το βινύλιο που επιμελήθηκε ο Willem Makkee στο Greenlight Studio, το SACD είναι πιο μαλακό, φωτεινό και ισορροπημένο οργανικά και χαρίζει μια σαφώς πιο ξεκούραστη και απολαυστική στο σύνολο της ακρόαση. Η Billie ακούγεται πιο στεγνή και προβολική στο βινύλιο, ενώ υπέρ το δέον φουσκωμένα είναι τα τύμπανα και το μπάσο που ακούγεται τεράστιο σε όγκο. Αντιθέτως εξαιρετική είναι η αναπαραγωγή των πνευστών και της κιθάρας για μια έκδοση που μας άφησε μάλλον μετέωρους σε σχέση με το σαφώς ανώτερο SACD της A.P.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΗΧΟΥ SACD: 5

Shares