Eric Bibb | Blues, Ballads & Work Songs

Κάθε μουσικό είδος έχει τους θρύλους του. Η κλασική, όσο και αν περιορίζεται ερμηνευτικά από την παρτιτούρα, έχει τόσο διευθυντές όσο και σολίστ που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους μέσα από το πέρασμα των χρόνων. Στο άλλο άκρο η τζαζ, μουσική που αφήνει τεράστια περιθώρια εκφραστικής ελευθερίας, εμπεριέχει επίσης στη δική της βίβλο ονόματα κολοσσιαία και άκρως αντιπροσωπευτικά. Η blues, που ιστορικά είναι η μάνα της, εξελικτικά έμεινε σαφέστατα πιο εγκλωβισμένη στις φόρμες της παράδοσης της. Ποιος όμως μπορεί να αρνηθεί πως το είδος έχει στιγματιστεί από τους δικούς του ήρωες; Ποιος μπορεί για παράδειγμα να αντισταθεί στη δυναμική και την αυθεντικότητα του Mississippi John Hurt στο Today, του Muddy Waters στο Folk Singer ή του Lightnin’ Hopkins στο Lightnin’ ; Πριν το μπλουζ ηλεκτρίσει τον ήχο του υπήρξε αδιαμφισβήτητα η λαϊκή μουσική των Νέγρων της Αμερικής και οι αυτοδίδακτοι εκπρόσωποι του δονούσαν για χρόνια το Δέλτα του ποταμού Mississippi. Αν και γεννημένος στην Νέα Υόρκη, μια από τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις των ΗΠΑ ο Eric Bibb ήρθε από πιτσιρίκος σε άμεση επαφή με αυτόν τον κόσμο λόγω κυρίως του μουσικού πατέρα του. Η παραδοσιακή ακουστική μπλουζ ήταν ο ένας κόσμος με τον οποίο μεγάλωσε και ο άλλος ήταν η φολκ του Dylan και της Baez που κυριαρχούσε στα early sisxties στην Αμερική. Μεγαλώνοντας πάντως ο Bibb μετακόμισε στην Ευρώπη, όπου και ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του από τις αρχές του Εβδομήντα και μετά. Σε αυτήν την ήπειρο καλλιεργεί το ηχόχρωμα και την τεχνική του, σε αυτήν γνωρίζει και την μεγαλύτερη επιτυχία του. Ζώντας για χρόνια στη Σκανδιναβία, ο Eric Bibb έχει αναπτύξει μια στενή και άκρως δημιουργική σχέση με την σουηδική εταιρεία Opus 3 και δη τον ιδρυτή, μηχανικό ήχου και παραγωγό της Jan-Eric Persson. Η φιλία τους κρατιέται ζωντανή για πάνω από τριάντα χρόνια, ξεκίνησε δισκογραφικά με το Rainbow People το μακρινό 1977 και στα τέλη του 2011 απέδωσε το Blues, Ballads & Work Songs με τον Eric Bibb να πατά πλέον τα εξήντα του!

Ο Bibb παίζει σε δυο ταμπλό, ηχογραφεί στην Telarc για την αμερικανική αγορά και στα φιλαράκια του από τον ευρωπαϊκό βορρά όποτε βρίσκεται στο κατάλληλο χαλαρό και αβίαστο mood. Το συγκεκριμένο άλμπουμ το δούλευε όπως ο ίδιος εξομολογείται για αρκετά χρόνια. Ομολογουμένως, δεν έχει διαπράξει τεράστια ερμηνευτικά άλματα στη καριέρα του, μένοντας πιστός στην ακουστική, και μάλλον εκλεπτυσμένη, φόρμα που αγαπά από μικρός. Με το Blues, Ballads & Work Songs όμως, επιχειρεί το πλέον συνειδητοποιημένο και βιωματικό tribute-album στο παραδοσιακό φολκ-μπλουζ των αρχών του προηγουμένου αιώνα. Τα δέκα από τα δεκατέσσερα τραγούδια που το αποτελούν είναι traditionals που διασκευάζει ο ίδιος και τα ερμηνεύει με μόνη συντροφιά την κιθάρα του. Τα τέσσερα τελευταία κομμάτια είναι originals, υπογράφονται από αυτόν και υποστηρίζονται στο στούντιο από μια παρέα πέντε μουσικών, που ομολογουμένως προσδίδουν μια ιδιαίτερα δροσερή αύρα στις παλιάς κοπής μπλουζ ατμόσφαιρα του Bibb. Παρακολουθώντας τον όλα αυτά τα χρόνια μπορεί εύκολα να ξεχωρίσει κανείς την διαρκή βελτίωση της τεχνικής και κυρίως της αισθαντικότητας του. Στο τελευταίο του άλμπουμ ακόμα και ο μυημένος οπαδός του εκπλήσσεται από τον υψηλής δεξιοτεχνίας λόγο του. Ο τύπος έχει πλεόν μετατραπεί σε έναν μεγάλο αρτίστα της κιθάρας, το παίξιμο του είναι ευφάνταστο, ντελικάτο και ιδιαίτερα σαγηνευτικό.

Τα πράγματα γίνονται από ενδιαφέροντα, πραγματικά απολαυστικά από το γεγονός της χρήσης διαφορετικών τύπων κιθάρας που ο Bibb έχει στη συλλογή του. Και είναι απολαυστικά τόσο σε επίπεδο μουσικολογικό καθώς ο Bibb σημειώνει στο booklet τα μοντέλα και επιπλέον τις σκέψεις του για το κάθε κομμάτι που διασκευάζει, όσο και ηχητικά εξαιτίας της εκπληκτικής ακουστικής των δίσκων της Opus 3 που επιτρέπουν στον ακροατή να αισθανθεί και την ισχνότερη λεπτομέρεια και διαφορά στις χροιές των οργάνων. Στα δυο πρώτα για παράδειγμα τραγούδια χρησιμοποιεί μια σύγχρονη δωδεκάχορδη του Dave King που δίνει έναν πλούσιο τόνο που ματσάρει θαυμάσια με το κλασικό χιτ του Woody Guthrie Goin’ Down The Road Feelin’ Bad. Στο Take This Hammer όμως ο Bibb παίζει μια vintage δωδεκάχορδη Stella του Oscar Schmidt με τον υπέροχα βελούδινο ήχο και φέρνει έντονα στο νου τον θρυλικό Lead Belly που χρησιμοποιούσε για χρόνια αυτό το όργανο και είχε επίσης τραγουδήσει το κομμάτι 70 χρόνια πριν. Σειρά μετά έχει μια επτάχορδη Martin και μια νέα National Resophonic με τον χαρακτηριστικό μεταλλικό ήχο. Και κάπως έτσι κυλάει το Blues, Ballads, & Work Songs. Με εξαιρετικά licks, διαφορετικούς κιθαριστικούς ήχους, ωραιότατες ερμηνείες και αγαπημένες παλιομοδίτικες ιστορίες που τόσο σεβάσμια και εμπνευσμένα έχει ρετουσάρει ο χαρισματικός και χαλαρός Eric Bibb. Το Juke Dance είναι το πρώτο από τα νέα κομμάτια που συνέθεσε για το άλμπουμ και είναι ένα σύντομο και εύθυμο instrumental. Στο My Honey Pie τη παράσταση κλέβει η γλυκόηχη ηλεκτρική κιθάρα του Κονγκολέζου Kahanga Dekula. Σε συνδυασμό με τα εύηχα shakers του Svante Drake και τη laid back ατμόσφαιρα του τραγουδιού η νοητή μεταφορά σε νησιωτικούς παραδείσους φαντάζει σχεδόν ρεαλιστική.

Το Satisfied έχει την γλύκα της κάντρι μπαλάντας του J.J. Cale και ο επίλογος με τίτλο Sophisticated Shade είναι ένα πανέξυπνο τραγούδι με την μάντολα του Christer Lyssarides δίπλα στη κιθάρα του Bibb και το πελώριο χάλκινο πνευστό Sousaphone, που θυμίζει ηχητική την τούμπα, να χαρίζει ένα New Orleans άρωμα. Η Opus 3 από την βορεινή Σουηδία δεν έχει ομολογουμένως έναν μακρύ κατάλογο. Κάθε της κυκλοφορία όμως συνιστά μια αληθινή γιορτή για τους απανταχού audiophiles. Τεστάραμε τόσο το dead quiet βαρύ βινύλιο, όσο και το στερεοφωνικό – και όχι multichannel – SACD του Blues, Ballads & Work Songs και οι διαφορές που παρατηρήθηκαν αφορούν κυρίως στο μεγαλύτερο gain και τα πιο τονισμένα άνω άκρα του φάσματος του ψηφιακού. Το SACD χωρίς να είναι σκληρό, είναι περισσότερο προβολικό και αιχμηρό, αντίθετα με το βινύλιο που ακούγεται πιο μαλακό, ξεκούραστο και εξισορροπημένο. Και στα δυο format η εστίαση του καλλιτέχνη στο κέντρο της σκηνής είναι ιδεατή, όπως επίσης η μουσικότητα, η ακρίβεια και η λεπτομέρεια και των πιο ισχνών πληροφοριών. Ο άξιος συνεχιστής των θρύλων της ακουστικής μπλουζ έχει ονοματεπώνυμο. Eric Bibb. Η δε Opus 3 έχει τον τρόπο να τον εμφανίσει στο δωμάτιο σας με τον πιο εμφατικά ρεαλιστικό τρόπο.

Shares