Thumbs-Up!!!

Είναι, ίσως, από τα πιο συζητημένα ηχεία των τελευταίων ετών και όχι χωρίς καλό λόγο: Το LS1 είναι ένα case study γύρω από την δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος monitor όπου η ακρίβεια και η αίσθηση της μουσικότητας οφείλουν να συνυπάρχουν.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

Περιγραφή: Ενεργό ηχείο, δύο δρόμων, δύο μεγαφώνων, ψηφιακώς ισοσταθμισμένο

Αρχιτεκτονική: Βάσης, με καμπίνα κλειστού τύπου.

Μονάδες: 1x τουίτερ θόλου (αλουμινίου/μαγνησίου), 26mm, Seas DXT, 1x μιντ/γούφερ 220mm, Seas Excel

Ενισχυτές: 2x UcD180 (Ncore/Hypex, 120W/8Ω)

Φίλτρο διαχωρ.: Ψηφιακό, Liknwitz-Riley 4ης τάξης, 1.55kHz, με χρον. αντιστάθμιση και γραμμική φάση (FIR)

Ισοστάθμ. μεγαφ.: φίλτρα IIR, διόρθωση ανά ηχείο

Ψηφ. τμήμα: 24bit/93.75kHz (ASRC), 48bit (DSP)

Είσοδοι: αναλογική 1x (balanced/XLR), ψηφιακή 2x (AES/EBU, XLR), USB 1x (24bit/32-192kHz)

Απόκρ. συχνότ.: 55Hz-30kHz (+/-0.5dB)

Άλλες δυνατότητες: Έλεγχος μέσω λογισμικού, ενσύρματο τηλεχειριστήριο)

Διαστάσεις: 1450/1150x520x160 (mm, υxπxβ)

Έτσι τουλάχιστον πιστεύει ο Eelco Grimm και οι συν αυτώ και η αλήθεια είναι ότι το αποτέλεσμα όχι απλώς τους δικαιώνει αλλά δείχνει προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση προς την οποία η υψηλή πιστότητα θα μπορούσε να κινηθεί ανοίγοντας τους ορίζοντές μας… Θα ξεκινήσω εξομολογούμενος ότι το LS1 το είχα συναντήσει κατά το παρελθόν κάποιες φορές (σε εκθέσεις) και δεν μου είχε γεμίσει το μάτι, κυρίως λόγω φυσικής παρουσίας. Είναι αλήθεια ότι πρόκειται για ένα ηχείο με περίεργη εμφάνιση και μάλλον χαμηλών τόνων που δεν είναι σχεδιασμένο ως show stopper, το αντίθετο μάλιστα. Για να καταλάβεις ότι “κάτι τρέχει” με την εταιρία των Grimm, Putzeys, Tent και van Willenswaard πρέπει να κάνεις τον κόπο να διαβάσεις λίγο παραπάνω για να διαπιστώσεις, πρώτον, ότι πρόκειται για μια ομάδα με σημαντική εμπλοκή στον χώρο του audio (o Putzeys είναι ίσως λίγο πιο γνωστός λόγω των ενισχυτών UcD, αλλά και οι λοιποί έχουν σημαντικό έργο) και, δεύτερον, ότι η εταιρία έχει μια συνεπή πορεία εδώ και πολλά χρόνια (είδα για πρώτη φορά προϊόν τους το 2004, τον μετατροπέα AD1) και πολύ συγκεκριμένες απόψεις για το πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα.

Το LS1 αποτελεί την υλοποίηση των απόψεών τους για τα ηχεία και μάλιστα για τα ηχεία μόνιτορ και οι απόψεις αυτές είναι ενδιαφέρουσες υπό το πρίσμα της audiophile λογικής, αν αναλογιστεί κανείς ότι στην πρώτη παράγραφο του φυλλαδίου, η εταιρία ομολογεί την ύπαρξη ενός χαρακτήρα που μπορεί και να είναι διττός: Ακριβές μεν, αλλά όχι “μουσικό”, “μουσικό”, ίσως, αλλά όχι ακριβές και θέτει ως στόχο την υλοποίηση ενός ηχείου που να συνδυάζει τους δύο αυτούς χαρακτήρες. Τέτοιου τύπου φράσεις θα μπορούσαν να εκληφθούν ως απλά διαφημιστικά τεχνάσματα αλλά, το LS1 είναι, εμφανώς, μια προσπάθεια που διαφέρει από τον μέσο όρο των ηχείων υψηλών απαιτήσεων. Ενεργό, ψηφιακώς αντισταθμισμένο και με επιλογές σε επίπεδο μονάδων και καμπίνας που εξαρτήθηκαν από αυτές τις δύο πρώτες παραμέτρους, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσπάθεια επίλυσης των γνωστών προβλημάτων ενός ηχείου από το οποίο απαιτούμε ακρίβεια σε όλα τα επίπεδα.

Οι λεπτομέρειες…

To LS1 είναι ένα ηχείο του οποίου η κατασκευή υπαγορεύτηκε, κυρίως, από τις ανάγκες για καλή ακτινοβολία των μονάδων στον χώρο. Η εταιρία έχει στον δικτυακό της τόπο ένα αρκετά ενδιαφέρον (και απλό στην ανάγνωση) κείμενο που εξηγεί με λεπτομέρειες κάποιες από τις επιλογές που έχουν γίνει, οπότε εδώ θα αναφερθούν περιληπτικά: Το μεγάλο πλάτος της μπάφλας οδηγεί, πρώτον, σε μια ομαλή συμπεριφορά σε θέματα κατευθυντικότητας και, δεύτερον, επιτρέπει στον σχεδιαστή να ελέγξει την περιοχή στην οποία εμφανίζεται η αύξηση της ισχύος λόγω του φαινομένου που ονομάζεται “baffle step” και σχετίζεται με την σχέση μήκους κύματος και πλάτους της καμπίνας. Οι καμπυλωμένες πλευρές, όπως αυτές που σχηματίζονται από τους μεταλλικούς ορθοστάτες του ηχείου, εξασφαλίζουν ελαχιστοποίηση των περιθλάσεων οι οποίες θα είχαν σημαντικό ρόλο, λόγω της μεγάλης απόστασης των ακμών από του τουίτερ. Το μικρό βάθος της καμπίνας μειώνει τα προβλήματα από την εμφάνιση στάσιμων κυμάτων στο εσωτερικό της και το γεγονός ότι είναι κλειστού τύπου δίνει καλύτερο έλεγχο στην συμπεριφορά του ηχείου χαμηλά. Το LS1 είναι ένα ηχείο μικρού όγκου (14L), δύο δρόμων, δύο μεγαφώνων. Οι χαμηλές/μεσαίες συχνότητες αποδίδονται από μια μονάδα 220mm της σειράς Excel της Seas και οι υψηλές συχνότητες από ένα τουίτερ DXT (με θόλο από κράμα αλουμινίου/μαγνησίου), επίσης της Seas. Αυτές οι λεπτομέρειες αφορούν το συμβατικό κομμάτι του LS1.

Το ενδιαφέρον, φυσικά, βρίσκεται σε αυτά που προηγούνται των μονάδων. Το LS1 είναι ενεργό και κάθε κλάδος του οδηγείται από έναν ενισχυτή με διακοπτικό στάδιο εξόδου. Τα αρθρώματα που χρησιμοποιούνται είναι τα UcD180 (Ncore/Hypex), “ελάχιστα τροποποιημένα” σύμφωνα με την Grimm, χωρίς να δίνονται περισσότερες λεπτομέρειες. Πίσω από την σχεδίαση τους βρίσκεται, φυσικά, ο Bruno Putzeys και η τοπολογία UcD, λεπτομέρειες για την οποία δίνονται σε ένα ακόμη ενδιαφέρον κείμενο που μπορεί να βρει κανείς στον δικτυακό τόπο της Grimm, αν θέλει να εντρυφήσει. Οι ενισχυτές του LS1 αποδίδουν 120Wrms σε φορτία 8Ω. Ο κάθε κλάδος του ηχείου οδηγείται από ένα ψηφιακό φίλτρο διαχωρισμού συχνοτήτων. Η επιλογή εδώ είναι φίλτρα της οικογένειας Linkwitz-Riley, τέταρτης τάξης με συχνότητα cross 1.55kHz. O αλγόριθμος που χρησιμοποιείται για την υλοποίηση των φίλτρων αυτών περιλαμgrimmls1-frontβάνει χρονική καθυστέρηση του τουίτερ ώστε το σύστημα να είναι χρονικώς ευθυγραμμισμένο καθώς και ένα all pass φίλτρο (αρχιτεκτονικής FIR) το οποίο εξασφαλίζει ότι η συμπεριφορά του είναι “σχεδόν γραμμικής φάσης”, όπως αναφέρει η εταιρία.

Αυτό το “σχεδόν” είναι μια ουσιαστική λεπτομέρεια: Η Grimm φαίνεται να έχει καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα που έχουν καταλήξει και άλλοι γύρω από το θέμα της ψηφιακής ισοστάθμισης/αντιστάθμισης κάθε είδους (όπως και ο Pedersen όταν σχεδίαζε το RoomPerfect της Lyngdorf), ότι δηλαδή η διόρθωση πρέπει να γίνεται με μέτρο και ότι η επιδίωξη απόλυτων στόχων δημιουργεί προβλήματα, ίσως περισσότερα από όσα λύνει. Οι επιλογές σε αυτό το στάδιο, όσο και σε αυτό που προηγείται (της ισοστάθμισης των μεγαφώνων) έχουν ως στόχο την δημιουργία ενός συστήματος χωρίς pre-echo/ringing στην κρουστική απόκριση, το οποίο διορθώνει μόνο προβλήματα που είναι ουσιώδη για την τελική ηχητική απόδοση. Αυτό επιτυγχάνεται με την ισοστάθμιση της απόκρισης των μονάδων από φίλτρα IIR μια επιλογή που διευκολύνει την ρύθμιση “με το χέρι” (δηλαδή την επιλογή των σημείων της απόκρισης που θα διορθωθούν και του ποσοστού διόρθωσης και όχι την ανάθεση της διαδικασίας αυτής σε κάποιο αυτοματοποιημένο αλγόριθμο που προσπαθεί να προσεγγίσει μια συγκεκριμένη απόκριση-στόχο). Για τον λόγο αυτό, το ψηφιακό κομμάτι και το κάθε ηχείο του συγκεκριμένου ζεύγους ενός συστήματος LS1 είναι ταιριασμένα, με κοινό αριθμό σειράς. Η ψηφιακή ισοστάθμιση ενός ζεύγους δεν είναι κατάλληλη για κάποιο άλλο.

Shares